ἀέλιος

ἀέλιος
ἀέλιος, ἅλιος (ᾶε-, αε-, ᾶ-. ἀελίου, ἀελίου, ἀελίοιο, ἁλίῳ, ἅλιον, ἀέλιον. v. Forssman, 6ff.)
a sun μηκέτ ἀελίου σκόπει ἄλλο θαλπνότερον ἐν ἁμέρᾳ φαεννὸν ἄστρον. O. 1.5 ὀξείαις αὐγαῖς ἀελίου (v. 1. ἁλίου.) O. 3.24σθένος ἀελίου χρύσεον λεύσσομενP. 4.144

αἴθωνι πρὶν ἁλίῳ γυῖον ἐμπεσεῖν N. 7.73

ἀκτὶς ἀελίου, τί πολύσκοπε μήσεαι, ὦ μᾶτερ ὀμμάτων, ἄστρον ὑπέρτατον; Pae. 9.1

ἔλαμψαν δ' ἀελίου δέμας ὅπω[ς Pae. 12.14

τοῖσι μὲν λάμπει μὲν μένος ἀελίου τὰν ἐνθάδε νύκτα κάτω Θρ. 7. 1.
b sunshine ἴσαις δὲ νύκτεσσιν αἰεί, ἴσαις δ' ἁμέραις ἅλιον ἔχοντες sc. those who live in the islands of the blessed. O. 2.62

εἰ δ' ἔτι ζαμενεῖ Τιμόκριτος ἁλίῳ σὸς πατὴρ ἐθάλπετο N. 4.13

ἐς τὸν ὕπερθεν ἅλιον κείνων ἐνάτῳ ἔτει ἀνδιδοῖ ψυχὰς πάλιν i. e. to the upper world fr. 133. 2.
c day Πυθοῖ τ' ἔχει σταδίου τιμὰν διαύλου θἁλίῳἀμφἑνὶ (v. l. τ' ἀλίῳ.) O. 13.37
d frag. ]ἀέλιον δ[ ?fr. 344. 5.
e pro pers., Helios, the Sun god

τὰν ποντίαν ὑμνέων παῖδ' Ἀφροδίτας Ἀελίοιό τε νύμφαν, Ῥόδον O. 7.14

ἀπεόντος δ' οὔτις ἔνδειξεν λάχος Ἀελίου O. 7.58

Ἀελίου θαυμαστὸς υἱὸς (sc. Aietes.) P. 4.241 μᾶτερ Ἀελίου πολυώνυμε Θεία (Ἁλίου coni. Morel.: cf. Hes. Theog. 371.) I. 5.1 fig. ἁμέραν παῖδ ἀελίου (v. l. ἁλίου Π.) O. 2.32 test. Σ. Theocr. 2. 10. Πίνδαρός φησιν ἐν τοῖς κεχωρισμένοις τῶν Παρθενείων ὅτι τῶν ἐραστῶν οἱ μὲν ἄνδρες εὔχονται λτ;παργτ;εῖναι Ἥλιον, αἱ δὲ γυναῖκες Σελήνην fr. 104.

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αέλιος — ἀέλιος, ο (Α) δωρικός τύπος αντί ἠέλιος, ήλιος* …   Dictionary of Greek

  • ἀέλιος — masc nom sg ἀ̱έλιος , ἥλιος sun masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀελίω — ἀέλιος masc nom/voc/acc dual ἀέλιος masc gen sg (doric aeolic) ἀ̱ελίω , ἥλιος sun masc nom/voc/acc dual (doric) ἀ̱ελίω , ἥλιος sun masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀελίοιο — ἀέλιος masc gen sg (epic) ἀ̱ελίοιο , ἥλιος sun masc gen sg (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀελίου — ἀέλιος masc gen sg ἀ̱ελίου , ἥλιος sun masc gen sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀελίῳ — ἀέλιος masc dat sg ἀ̱ελίῳ , ἥλιος sun masc dat sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀέλιε — ἀέλιος masc voc sg ἀ̱έλιε , ἥλιος sun masc voc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀέλιον — ἀέλιος masc acc sg ἀ̱έλιον , ἥλιος sun masc acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ήλιος — (Ηelianthus annus). Μονοετές φυτό της οικογένειας των δικοτυλήδονων συνθέτων. Η επιστημονική του ονομασία είναι ηλίανθος ο ετήσιος. Κατάγεται από την Κεντρική Αμερική, αλλά διαδόθηκε και καλλιεργείται σε διάφορες χώρες κυρίως για τον εδώδιμο… …   Dictionary of Greek

  • Indo-Européen Commun — Pour les articles homonymes, voir Indo européen. Indo européen Langues indo européennes Albanais | Anatolien Arménien | Balte …   Wikipédia en Français

  • Indo-europeen commun — Indo européen commun Pour les articles homonymes, voir Indo européen. Indo européen Langues indo européennes Albanais | Anatolien Arménien | Balte …   Wikipédia en Français

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”